μπούνια

формы словаβ
μπούνια
τα :
          ως τά ~ — до предела



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μπούνια? —


παρένθετοςλουτρολογίαζοριλίδικοςαπόξεσματρέχωναπεριόριστογλίνηοδοδείκτηςτεκμηριωμέναροπαλοφόροςαποχωρητήριοκονσέρβαθερμορρυθμιστήςεικονολάτρηςκοιμητήριομονόχρωμοςηλιόκηυστοςένσημοστρέγωρυμόςσολέα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit