δουλευταρού

формы словаβ
δουλευταρού
труженица


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δουλευταρού? —


γιαγλίγκιουβέτσιανομοιογένειαυγρόφιλοςαστάθμιστοςακατάβλητολειαίνωσχηματοποίησηενυδάτωσηαναδραστηριοποίησηπρώιμοςεβλάβηνβεντούζααδιάνθιστοςδραχμοσυντήρητοςπροσεπικυρώνωαιθύλιοαεροπορίνακαθολικόςπροστάζωπρεσβυτικός
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit