ξυλόκαρφο

формы словаβ
ξυλόκαρφο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ξυλόκαρφο? —


ανεμουρίζομαιμπαγάσικοαρχιτέχτοναςβιασμένοςταλαντούχοςφυσιούμαιδημοσιονομίακαζουϊστικήαφόρμησηαλεξίααφυπνίζομαιεπίσαγμακλοτσιάμπεκρούλιακαςγλυκοπαρηγοριάεπιδιαιτησίακαπιταλιστικόςεναντιοδρομώπαστρικάκατακρατώκομψευόμενος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit