πετρελαιοπαραγωγός

формы словаβ
πετρελαιοπαραγωγός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πετρελαιοπαραγωγός? —


γαλότσααρρυθμίααγαλιανόςμισογκρεμισμένοςπίκ-νίκαρριβιστικόςανέγερσηαγκύληληστοκρατούμαιάθυρμαχειραγωγόςκαούραπλύντηςποραπολύςφατνικόςκαβάδιανδράκλαλεμονόδασοςαντιπειθαρχικόςλεμπλεμπιτζήςβραβείο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit