πυροσβεστική

формы словаβ
πυροσβεστική



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πυροσβεστική? —


ανδραπόδισηπροσφυγοπατέροςπλαγιασμένοςροζιάζωδιαστρέφωρίγαπρόσκρουσηγαγγραίνωμαξινομηλιάαγκλούτσατμήσηυποτονθορίζωκαρύκευμαδιαμαστίγωσησιλουέταπάνσοφοςλιγάκιπροστατευόμενοςκαλόγεροςΑμαζόνιοςάκλωθος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit