κανίβαλος

формы словаβ
κανίβαλος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κανίβαλος? —


καταδικαστέοςτάλλαροχαραμοφάγισσαλαγουμτζήςδιαμαγνητικότηταΑιθίοπαςμινιστέριονκοκέτικοςκορεσμόςαρρυμούλκητοςπρωτοφανήσιοςβηματάρηςδιαμετακόμισηελικοφόροςπαράδεισοσωστόςλούφεςεκρηγνύωγλύκαμαβρεμένοςγλοιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit