μάκτρο

формы словаβ
μάκτρο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μάκτρο? —


καθαρογλώσσημασκοπώαληθοεπήςαπόφραξηκατουρλίλανότιαπόλωσηλιανόςπαραθυράκιΓεωργιανήχιονοσκέπαστοςμεγαλοποιώότιπροφέρνωμελίαφεγγοβόλημαημεροκάματοπαλιογυναίκαμικρο-εξολόθρεμαπαγωνιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit