εκπλάτυνση

формы словаβ
εκπλάτυνση
η расширение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово расширение? — εκπλάτυνση
как с (ново)греческого переводится слово εκπλάτυνση? — расширение


άπιστοςσυμπεφυρμένοςιμάνταςαναπτυσσόμενοςαναδημιουργίαεξανθράκισηεκπροσώπευσηφυτειάεπιβίβασηλαδοκούμαροδιεθνιστικήμπουνταλούαιμοβορίαδαιδαλώδηςβαλκανολόγοςαντλησηαπονέκρωσηαποξεριζώνωδιοξείδιοσυναισθηματικόςμπαλώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit