διεγέρτρια

формы словаβ
διεγέρτρια
η эл. индуктор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово индуктор? — διεγέρτρια
как с (ново)греческого переводится слово διεγέρτρια? — индуктор


διατιμημένοςμαγκανοπήγαδοσεφέριχιλιμιντρώκούνηματμηματικώςαεροαποβατικόςβαδίστριααιθαλομίχλητεσσαρακονθήμεροακατάσχεταεύπλαστοςδιέξοδοςαρχειονομίαπροαποστολήταράζωχαρισματικόςαγαλμάτινοςστραβόςκινηματογραφίακουκκιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit