σκαμνί

формы словаβ
σκαμνί
το скамейка;

===
          καθίζω στό ~ — оказываться на скамье подсудимых



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово скамейка? — σκαμνί
как с (ново)греческого переводится слово σκαμνί? — скамейка


κατατοπιστικόςτσαπατσούληςαναπτερογίζωήλιοποντίζωλιθάργυροςερμιάδρομολάτηςπαρευρίσκομαιεμπιστευτικόςλιθοβολισμόςαύξωνξαναρρωσταίνωαντιφεμινιστήςανάρρησηφωλίτηςλυτρωτικόςξεσκέπαστοςαυτοδίδαχτοςηλεκτρομετρίαγαστροσκόπία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit