καταιγιστικός

формы словаβ
καταιγιστικός
шквальный;
          ~ά πυρά — шквальный огонь



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово шквальный? — καταιγιστικός
как с (ново)греческого переводится слово καταιγιστικός? — шквальный


συγκρούομαιξαναρχινώπεριθάλπωντεμπραγιάζασκούπιστοςαφελκυστήραςΑρμένισσαξιφομάχοςμέέγγιστααιμόστασιςγερακάτοςμοιρόγραφτοτυλίγομαιμπορντόφωνητικόςμαράγγιασμαεριννύςντιλεττάντηςπαγγερμανισμόςταβερνούλα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit