κιονόκρανο

формы словаβ
κιονόκρανο
το архит. капитель



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово капитель? — κιονόκρανο
как с (ново)греческого переводится слово κιονόκρανο? — капитель


συνολικώςαμφίζυγοςανεξαρτοποιημένοςβεβουλευμένωςφυρομυαλίζωγυναικαρέσκειαμανουλίτσαμπαλάντσοαυτοχειριάζομαισεχταριστήςναυτώναςδιαφόρισησαιξπηριστήςυπέρυθροςφορολογήσιμοςρωμαϊστίσυχωριανόςκοτοπουλάκιχηρευάμενοςασχημάδαεμπορευματολόγος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit