πληθυσμογράφ|ος

формы словаβ
πληθυσμογράφ|ος
ο мед. плетизмограф



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово плетизмограф? — πληθυσμογράφος
как с (ново)греческого переводится слово πληθυσμογράφος? — плетизмограф


ημιτελικόςαναδιοργανωμένοςεπικυρωμένοςδιαπλανητικόςλοφώδηςτουμπάνιασματεγίςΜαλαϊοιαρμενιστίπροβαδίζωχαμαιφυήςυστερότοκοςφανέλλαμηδένμετεξεταστέοςανθοκόμοςβρομερόςδικαιωματικόςαυτοκυβέρνητοςχόρτασμαεξαδακτυλία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit