αποσώζω

формы словаβ
αποσώζω
спасать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово спасать? — αποσώζω
как с (ново)греческого переводится слово αποσώζω? — спасать


αναλώσιμοςπαλικαριάοντογένειαεκρηγνύωσπασμολυτικόςεγχυματίζωκαραγκούνηςχάμουργαςαγγλικήχρειάζομαιστηθικόςαναβρυτήριοπερουβιανόςλεοντόκαρδοςαδιάλειπτοςσύνθεσηκατοχυρωμένοςανάργιακαπνοχώραφοπουκάμισοκλαυθμυρισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit