πολιομυελιτικός

формы словаβ
πολιομυελιτικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πολιομυελιτικός? —


αφύλλωτοςαναχρονιστικάἀνάστημαεπιδρώκέρασοςέβηντρίγλυφοςηλιόφεγγοαρνητήςάπωεκδρομήδιακοσιοστόςβατράχιπαθιασμένοςφωσφορικόςγίγαρτονκαραντουζένιαιμοπορφυρίνηοικτρόςευκολοχώνευτοςαντισφαιρίστρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit