διασκεδαστικά

формы словаβ
διασκεδαστικά
весело


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διασκεδαστικά? —


υποπροξενείοκαλοφκιασμένοςκαίγωδίτονοςιεροψάλτηςβιγκόνιαμισθολόγησηαυτοτιμωριέμαιπρωτύτεραπροσποίησησπιλιάδαγκιοσέμιεβραϊστίαναρριχήτριαπυελολιθοτομίανευροπαθήςαφεύγατοαποθαλασσιάμσυρομάνικοςπυρακτώνωσυνέβγαλμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit