μωροπίστευτ|ος

формы словаβ
μωροπίστευτ|ος
1. легковерный;

2. (о) ротозей



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово легковерный? — μωροπίστευτος
как на (ново)греческом будет слово ротозей? — μωροπίστευτος
как с (ново)греческого переводится слово μωροπίστευτος? — легковерный, ротозей


μεγαλοκέφαλοςεμπνευσμένοςψάρευμααντιπειθαρχικόςλευκοκύτταροκοίταγμαυγρομετρικόςισόρροποςουσιαστικοποιούμαιαδωροςλατινοκρατίαπαραπονετικόςτεσσαρακονταετηρίδααλεξίπυροςκαταστηματάρχισσαλόγχημουσελίναμπεζέρισμαυπόληψηλαμπροφόροςκουμπώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit