μεγαλύτερ|ος

формы словаβ
μεγαλύτερ|ος
1) больший;
2) старший



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово больший? — μεγαλύτερος
как на (ново)греческом будет слово старший? — μεγαλύτερος
как с (ново)греческого переводится слово μεγαλύτερος? — больший, старший


αντιπλοίαρχοςκύφωμαημιπληγικόςαγκαθένιοςπροφυλακιστέοςσφραγίζωρασοφορώζυγόςδιαπρεπήςαλωνιστικόςεγκατεσπαρμένοςπροφήτιςκατάστεγνοςαδιαφόρεταμινούτοστλεγγίζωρακένδυτοςεξήρυγονντοκουμεντάρωδημοσιοποιούμαικομουνιστικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit