παξιμαδάκι

формы словаβ
παξιμαδάκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παξιμαδάκι? —


λαθρόχειραςιεροδικείοδημοτικόςάπηχτοςασταχυολόγητοςπεχλιβάνισσασυσκευήσίελοςκατάκριτοςκολλέγαςδανειακόςαντεπαναστατώυλοποιώυπονομευτήςδιανομήεπιχάλκωσηκαμουφλάρωγλαρόσουπαχαρτόδεμαάςακαδημαϊσμός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit