ρεφορμιστικά

формы словаβ
ρεφορμιστικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ρεφορμιστικά? —


κάτοπτροαναχοβολώχυδαίοςθρονιάζωδιαφώσκωσφιχτοχεριάεπουλώνομαιαραμπαδόξιλοκύμαδογματολογίαταραχτικόςανθυπορύσσωακάνθινοςδροσόγεφύρωσηεπαλείφωμοιραίοηθικοποιώδιακομίζωρωμαϊστήςσκιάγραμμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit