συμπαραλαμβάνω

формы словаβ
συμπαραλαμβάνω
(αόρ. συμπαρέλαβα) брать с собой



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово брать с собой? — συμπαραλαμβάνω
как с (ново)греческого переводится слово συμπαραλαμβάνω? — брать с собой


χυμευτικόςξυλόπροκαφυτογεωγραφίατσαχπινιάρηςαιμοφόροςστράτευμαμετάξισυμβιβάζομαισκαφείονΧιλιανόςαιματοκυλίζωσυμφυρμόςαχυροκέφαλοςφιλολαϊκόςμεταξοβιομήχανοςαεροστάθμηδαγγειοπαθήςβολκόςνοησιοκρατικόςμικροσκοπίαρέφουλα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit