βρομισμένος

формы словаβ
βρομισμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βρομισμένος? —


αλλιγάτοραςαμβλυωπικόςτσάρεβιτςμορτάκικαρκινογένεσηεθνοφθόροςγεωτρητικόςπρονόμιοπεντακοσάρικοσυνεταιρισμόςστειλιαρώνωαπρομήθευτοςάστοργοςαεριοταμιευτήραςαξελόγιαστοςαλίκμητοςβιοποριστικόςσοκολατύςεπιστήμωνγοτθικόςολοφυρμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit