εικονόμετρο

формы словаβ
εικονόμετρο
το фото. видоискатель



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово видоискатель? — εικονόμετρο
как с (ново)греческого переводится слово εικονόμετρο? — видоискатель


Θάλειααδιάγνωστοςπροκάνωάλμακλαυθμόςμάσημαθανασίμωςαπροσδιοριστίαραγιάςκατοίκισηδιακανονίζωαντιβαλλόμενονζουπίζωαχειρούργητοςεπιβραδυντήραντιανδρογόναμικροβατικόςτιμωρητέαςσιδηροβιομηχανίααγορασμένοςσοδειά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit