τριπληγία

формы словаβ
τριπληγία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τριπληγία? —


οβελίζωπληκτροφόροαχμάκηςαντιδικώχυδαιολογώλειβαδοπέρδικαυποβρύχιοςαναμοχλεύωλεωφορειακόςεφορίαέπηλυςαβασίλευτοςανεξακρίβωτοςάπιαστοςελεήμωνχρεωφειλέτηςφλοίσβοςήδηχτύπημακαπνοπρατήριοστραβωμάρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit