φανίζομαι

формы словаβ
φανίζομαι
:
          μού ~στη πώς... — [phrase]мне показалось(__,__) что...[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φανίζομαι? —


μαγαζιάτοραςκατακλινόμενοςσίτευσηαδιείσδυτοςασουρωτόςκατοχυρωτικόςμικροκλιματολογίαπαρήγοροςχαλάρωσηανευόδωτοςαλμυράδαμοιροκρατικόςαναγέλιογονιάασπροντυμένοςβρογχοπνευμονικόςεμβολιασμόςμεσόγαιοςγκλιγκλίζωαψινθικόςυπομοίραρχος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit