τρεμολάμπω

формы словаβ
τρεμολάμπω
мерцать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мерцать? — τρεμολάμπω
как с (ново)греческого переводится слово τρεμολάμπω? — мерцать


ερανικόςαναταραγμόςκαπάκωμαδιοργονωτικόςμητρυιάευτύςεπικρούωσκόπευσηανάλεκταβυκάνητρομπλονιστήςστεγανόποδαξανθότηταχαίτηαντιστήριγμαξετρέλλαμαβόμβυκαςαναστρεπτήραςμετεκπαίδευσηεπιχρωμίωσηανίερος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit