εκπορίζομαι

формы словаβ
εκπορίζομαι
:
          πού εκπορίζεται τά πρός τό ζήν; — откуда он берёт средства к жизни?



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εκπορίζομαι? —


σπλαχνικόςσφουγγαράςαποκοσκινίζωανώγιπροσπερνάωγροθοκοπιέμαιαλατωρύχοςμηνιγγίτιδακύμβαλοπαράσελμαεφορειακόςεξολίσθημαπολλαπλασιασμόςουδετεροποίησησωπαίνωεκπιεστόςαναμάρτητοαπολυτόρυμούλκαυδροδυναμικάπορδίζω
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit