θελκτικά

формы словаβ
θελκτικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово θελκτικά? —


λεξικολογίακωδωνοστάσιφευγαλέοςπολύπλευροςδίλογοςπρακτικόςπλεονεξίαεθνοφθόροςξεστομίζωγηρασμόςοχταετίασκύμνοςδωροδοκώδημοπρατώκαταβολήμαραφέτιτάνγκοαντιπεφωνημένοςτούρλωματραχηλιάμοσχογαλή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit