γεροκολασμέν|ος

формы словаβ
γεροκολασμέν|ος
распутный (о старике)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово распутный? — γεροκολασμένος
как с (ново)греческого переводится слово γεροκολασμένος? — распутный


ξερρωγιάζωαστρίμωχτοςβρέμαχιλιοστόαεροδρόμιοανεμογραφίακαβουρδίζωπαρέμβλημαπαράβλημααναβλητικώςδούλευμαεπισανίδωσηθόλωσηαξιοποιούμαισουηδικάελαφροποινίτηςπάτρωνποταμόχωστοςαπάβγουλολοξοκοίταγμαβουρλίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit