έμπληκτος

формы словаβ
έμπληκτος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έμπληκτος? —


φιλάδελφοςναύλοχοςαντικομμουνισμόςανεμικόρεζεδάέμπυοςκαπνοκαλλιεργητήςτρικάταρτοςπαγάνααξεσκέπαστοςαναγκασμένοςγεννολογιάφτειάνωγεροντοπαλλήκαροαλλόχθωνβγαίνωπαιδοτρίβηςαπανεμιάτρισέγγονοσκληρότηταμποέμικα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit