ανευρέθην

формы словаβ
ανευρέθην
παθ. αόρ. от. ανευρίσκω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανευρέθην? —


αντινομιστικόςδιδασκάλισσαπασσάλωσηεξηγητήςδυσαναλογίατσιγκουνεύομαιλαχανίπροσχώνωπονόκοιλοςάτιτλοςορτύκιεφηλίδαμαστροχαλαστήςστραγαλιάνοςυπαπαντήοντάςαγαπητικόςλιπώδηςμικροεπαγγελματίαςασύμπαθοςβιτριολικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit