υπερκεράζω

формы словаβ
υπερκεράζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υπερκεράζω? —


κασόνιασμαθεοποιητικόςκελάρηςεγκεντρίδαφαζάνιανοικειότηταπεζοναυτικόαλλοπαρμένοςακρωτηρίασηνοεμβριάτικοςξεπερνάωπαρηγορήτρααλλότυποςανεγγύητοςκαλαισθησίαανωκάτωκρεμάμεναορθοτονούμαιστενόχωρααυτοδιοίκητοςψεκαστήρας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit