μεταρρυθμιστικά

формы словаβ
μεταρρυθμιστικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μεταρρυθμιστικά? —


κεντίδικατσάκηςεγγίζομαισυγχωρεμένοςδιασταλτικόςδιθάλαμοςστενόστομοςπατέραςξεροτηγανίζωδελεαστικόςμπανιάρισμαακαρπιάμελιχρούςελαφροσέρνωπερίσφιγξηβρογχεκτασίααντραγάθημασυνταράσσωανθρωποσωτήριοςνεροκάνατοσπουδαιολογώ





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit