καράολος

формы словаβ
καράολος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καράολος? —


αγόρασμακρυφοσμίγωπρωτοχρονιάτικαθεσμοθέτησηυβρίζωσυσπουδάζωκαλοφκιασμένοςαλατοζυγόςΙσλανδήφορέωεγγειοβελτιωτικόςεκπαιδεύωαντανακλαστήραςεννεαετίαυπογένεοτηπαρατώπροάστιοπόνσεπτοςμάκρεμαγονατισιάσπάραχνα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit