δεντροκομία

формы словаβ
δεντροκομία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δεντροκομία? —


κύκλωμαγόμφωσημετανάστριαασύρραπτοςφυντανάκιξεποδαριασμένοςδυσεπούλωτοςαβελτερίαεσώθηνελλόγοςμπασκετμπολίστριααποστεούμαιγοερόςαποκαλυπτήριαεξάωροκαταδέχομαιαπένταροςξυλοδεσίατσαπουρνιάκορνέτταανασείομαι





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit