χρυσόβουλο

формы словаβ
χρυσόβουλο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово χρυσόβουλο? —


ψηφοθέτησηθεσμοθέτηςαποκαθαρίζωσκίρτησιςδιεκπεραιωτήςθεοποιούμαιαφεντεύωεικονογράφημαπαντρεύομαιαντεπαναστατικώςπάκτωμαβασιλοκόλακαςημερομίσθιοςψευτοδουλειάψιλοδουλεύωχαρτορρίχτρααπαλλοτρίωσηθορυβημένοςάνοστοςαιτιαρχίατρίωρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit