σουηδέζικος

формы словаβ
σουηδέζικος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σουηδέζικος? —


γλυκόλογοςμικροβιολογίαυποτροπήθεοφάνεροςματαρχάωυπερύψηλοςτέντζερηχαλαζιακόςθαμαστόςαλυσίδωσηυπεγγύησησκοπιάξεπάτωμαθεόσταλτοςαιρετικόςμασάκατουρλίλααυτοκατακρίνομαιαπρολόγιστοςτρισεύγενηςπλατέα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit