ανακλητικό

формы словаβ
ανακλητικό
το воен. отбой (сигнал для возвращения в казармы);
          σαλπίζω τό ~ — бить отбой



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отбой? — ανακλητικό
как с (ново)греческого переводится слово ανακλητικό? — отбой


λιθοβόλημακαπιστρώνωιχνολογίασκληράδααντικυβερνητικάβροχόνεροπροασκώτάνυσηκολχόζνικοςιερεμιάδαπρωτοφυλακήδεψίνημηχάνημακουρκούτηονομαστικώςυψηλότηταχωρώανώγειονιατροσόφιοναποκοσκινίδιαδιαπερώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit