δήμα

формы словаβ
δήμα
το :
          τό άγιο δήμα — святой алтарь



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δήμα? —


σωρεύωχοντραίνωφυγομαχώυπογονιμότητααγγρισμόςυπερέντασηειλικρίνειααναγερτόςμυριόπλουτοςτροπωτήραδιαφοροποιούμαιπαρακωλύωσυστάδηνπενιχρόςανιμισμόςχειρόκτιονόρασηραδιογωνιομετρίαορεογραφίαανάφραντοςτσιρλίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit