θρησκευόμενος

формы словаβ
θρησκευόμενος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово θρησκευόμενος? —


διάμειψηστειπτήριοδίχηλοςχρυσόκολλαάρασμααντισημίτηςΡουμανίασαπωνίζωθαυμάστριατεχνηέντωςτσιουκάνιπολυσύνθετοςαρχοθηρίατάγγηνυκτωδίαδίκιοςανεπαρκήςεπιμηκύνωνεοφυτικόςαηδονοφωλιάιταλιωτικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit