υπουργός

формы словаβ
υπουργός
ο министр;
          ~ άνευ χαρτοφυλακίου — министр без портфеля;
          έκτακτος και πληρεξούσιος ~ — чрезвычайный и полномочный министр



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово министр? — υπουργός
как с (ново)греческого переводится слово υπουργός? — министр


μισοκοίλιαδηφαγίαανθοκλωνάριξανακεντάωκαλπονόθευσηδιακριτικότηταποντικοουράαπαραβίαστοευγενικάπερίδετοςκαταδικαστικάχαϊδεύομαιανασκόπησηπολυκάνδηλοεξωγαμίαερεθίζομαιγηροκόμιαπράσινοςδιπλωματικήγιατσάδαένεδρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit