επενδύτρια

формы словаβ
επενδύτρια



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово επενδύτρια? —


παραφθάνειλεβίθαμωροπίστευτοςχάφτωπαραλύωατσίκνωτοςδιασπαστήςαποκοτιαίνωαβάσκαντοθαμώναςπιτσούναχαζογκόμεναόργοςαμάτιαχτοςδεκασμόςκομμουνίζωμικροπαντρεύωαριοφρύδηςανηθικότηταδείχτωπεριβραχιόνιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit