λογοκρισία

формы словаβ
λογοκρισία
η цензура



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово цензура? — λογοκρισία
как с (ново)греческого переводится слово λογοκρισία? — цензура


αρτοπαρασκεύασμαπερατάρηςαπόσηψηδυσκολοσήκωτοςβασιλόπουλοδιακηρύττωενσυνείδητοςεκλέγεινξεμάτιασμαορνιθόρρυγχοςμπουμπούκιασμαχυμευτικήκακοχώνευτοςφεγγαρογεμισιάσκυθρωπιάζωεύτορνοςκουτσουλάωμοσχαρίσιοςβουνώδηςτσιγκλώκιτριά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit