τραγικοποιούμαι

формы словаβ
τραγικοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τραγικοποιούμαι? —


παραχύνωτεσσαράκονταμελοδραματικόςδιαφεύγωβωλογυρίζωμεσοχώριαπέμφραξητερατόμορφοςαφροπλασμένοςαδελφοκτόνοςλιγδιάρηςματθιόληαυθυπόστατοςκαθυποχρεώνωλεμβούργόςστάνταρφιλελευθερίαμαγνητόνιοσιτοκαλλιέργειαασπρογάλιασμααναποφλοίωτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit