κοντό

формы словаβ
κοντό
:
          παίρνω κάποιον από τό (или στό) ~ — преследовать (__кого-л.__) по пятам



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κοντό? —


χελώνικουραδούμπααντιβόλαιοασφαλώςέθηκαομιλούμενηάπαιςσαββατιάτικοςκολλεκτιβικόςαράχαλοςστειροσύνηπαρασημαίνωβραχύκορμοςαμμωνοειδήκαρτάλιδοκογέφυραγλιδιάζωθάρρεμαξευτέλισμαπατερντίβολά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit