|
освящать (храм и т. п.) #(ново)греческий словарь как на (ново)греческом будет слово освящать? — καθοσιώνω как с (ново)греческого переводится слово καθοσιώνω? — освящать — εφυάλωση — ανθόκλαδο — μομιοποιώ — επίφρακτος — πόθος — φαλαιναλιευτικό — στρατωνικός — λεοντιδεύς — αναποδιάρης — βουτσάς — ακριοπόθητος — συχλιάζω — βάλλοντας — κότσυφας — παρακάνω — πλοιάριο — συμμετέχω — αστραποβόλι — αποτελείωση — τορπιλλικός — περιτονίτη |
|||