κτηνοτροφικός

формы словаβ
κτηνοτροφικός
животноводческий, скотоводческий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово животноводческий? — κτηνοτροφικός
как на (ново)греческом будет слово скотоводческий? — κτηνοτροφικός
как с (ново)греческого переводится слово κτηνοτροφικός? — животноводческий, скотоводческий


τακτοποίησημαστόριανεκρογενήςσυμβατικάενηλικότηταπρομάμμηιδανικόςναυτομεσίτηςφανανάπτηςφλόγωσηχρίζωπάγκαμύστηςλυγαριάκαταταλαιπωρώμισομεθυσμένοςμονιμοποιούμαιπαστρικόςκωλοφαρδίαστολίζωπεριμένω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit