επιδημικός

формы словаβ
επιδημικός
пидемический;
          ~ή νόσος — эпидемическое заболевание



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово пидемический? — επιδημικός
как с (ново)греческого переводится слово επιδημικός? — пидемический


εξερευξάμηνεπίκοινοςβαθύνοιαάντεισηγούμαιαμαυροφανήςφεγγαροντυμένοςκαταβροχθίζωπλεξούδααπολυμαντικόαδηλοποίητοςιεροδιδασκαλείοοδοντίνηεκκρισηζωννύωέφελξητζιντζερόσουπααπάμπελογάϊδαροςκηροπήγιοβραχογραφίαξαργώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit