υποφαινόμεν|ος

формы словаβ
υποφαινόμεν|ος
:
          ο υποφαινόμενος — а) нижеподписавшийся; б) шутл. ваш покорный слуга



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово υποφαινόμενος? —


πουντάρωσυνυφασμένοςεξηγούμαιγρίλαμπατικόςξεδικιωτήςμπερλίνααυτογνωμοσύνηαιθερόλαμνοςάπλυτοςοστρακοφόροςζούριααντιβασιλικάδιακαήςσαραντάρηςερμηνεύωθρομβίνηφουρνοκόνταροφεγγαρομαγουλάτοςλεπτότεχνοςκοντοκρατώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit