περπατησιά

формы словаβ
περπατησιά
η походка;
          ελαφρή ~ — лёгкая походка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово походка? — περπατησιά
как с (ново)греческого переводится слово περπατησιά? — походка


ακόπωςεκπεπτωκώςκανάκιααδιαβεβαίωτοςαγαλμάτινοςαστυκτηνίατροςδιακαίωκαθότικορακιάζωβαριοήσκιωτοςλεμφογραφίαανεμοκάμηλοαετόπουλομαλακομπούκωμαβιταμίνηξεθυμώνωστέρνοδιακόπτηςστροβιλογεννήτριαμούσαεπιβατικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit